ανομολογώ

(AM ἀνομολογῶ, -έω)
συμφωνώ, έρχομαι σε συμφωνία, παραδέχομαι
μσν.
(για τα βιβλία της Κ.Δ.) αναγνωρίζω ως κανονιστικό
αρχ.
(μεσ)
1. αποσπώ ομολογία από κάποιον
2. ανακεφαλαιώνω αυτά που έχουν λεχθεί
3. πληρώνω με επιταγή
4. (ο πρκ. με παθ. σημ.) ανωμολόγημαι
μου παρέχεται ομόφωνη συγκατάθεση, όλοι ομολογούν για μένα ότι
αρχ.
η μτχ. ανομολογούμενος, -η, -ον
1. ασύμφωνος ή αντιφατικός
2. αυτός που δεν γίνεται ομόφωνα παραδεκτός.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • -λογώ — (AM λογῶ, έω) β΄ συνθετικό ρημάτων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, τα οποία αρχικά σχηματίστηκαν από ονόματα σε λόγος (πρβλ. αισχρολογώ < αισχρολόγος), ενώ στη συνέχεια το β συνθετικό λογώ λειτούργησε ως παραγωγική κατάληξη, με αποτέλεσμα να… …   Dictionary of Greek

  • ανομολογία — (I) η (Α ἀνομολογία) [ανομολογώ] ομολογία, συγκατάθεση. (II) η (Α ἀνομολογία) [ανομόλογος] ασυμφωνία, αντίφαση …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.